Η ιστορία είναι γνωστή. Το πρωϊνό της 26ης Απριλίου 1937, εκπληρώνοντας την επιθυμία του δικτάτορα Φράνκο, γερμανικά βομβαρδιστικά ισοπεδώνουν μια Βασκική πόλη, σκοτώνοντας τον άμαχο πληθυσμό. Ο βομβαρδισμός της Γκουέρνικα σηματοδοτεί την έναρξη αυτού που οι επαγγελματίες της διεθνούς διπλωματίας ονομάζουν ‘ολικό πόλεμο’ (total war). Είνα επίσης γνωστό ότι λίγες εβδομάδες αργότερα, στη Διεθνή Εκθεση του Παρισιού, οι επισκέπτες θα έβλεπαν μια τεράστια, σχεδόν μονοχρωματική, επιφάνεια, ζωγραφισμένη με πυρετώδεις ρυθμούς, που έμελε να γίνει το διασημότερο έργο τέχνης του 20ου αιώνα. Η δυσφορία που ίσως νειώθουμε σήμερα στο άκουσμα της λέξης ‘Γκουέρνικα’ δεν οφείλεται τόσο στη βαρύτητα των δύο γεγονότων, όσο στην ελαφρότητα νοήματος, και τη συνακόλουθη αδιαφορία που δημιουργεί η διαρκής, αναπόφευκτη, επαναληπτική έκθεση του σύγχρονου τηλεοπτικού πολίτη στην φρικαλεόητα του πολέμου, αλλά και στα ονόματα ελάχιστων καλλιτεχνών που η μοναδική τους συμβολή στην ιστορία της ζωγραφικής θα νόμιζε κανείς ότι έγκειται είτε στον πλουτισμό οίκων πληστηριασμών, είτε στον καλωπισμό κουτιών για σοκολατάκια. Είναι εφικτό να κοιτάξει κανείς σήμερα την ‘Γκουέρνικα’ και να την δει κατ’αρχήν για αυτό που ήταν; έναν πίνακα, με εκπληκτική σχεδιαστική ακρίβεια, αποφυγή κάθε αισθητισμού, ή αναπαραστατικά περιττού στοιχείου, που μέσω της τριγωνικής σύνθεσής του ‘καρφώνει’ τον θεατή, και τον πιέζει να σκεφτεί το διττό ερώτημα: τι σημαίνει να είσαι θεατής; πως μπορείς να είσαι μόνο θεατής;Δεν νομίζω ότι η τέχνη πρέπει να εξυπηρετεί κάποια πολιτική ή άλλη σκοπιμότητα. Αν το έργο του Πικάσσο αξίζει ακόμη την προσοχή μας, εξαρτάται από το αν μπορεί να προκαλεί την ‘αποξένωση’ από το πεπατημένο, βολικό, ανώδυνο διαφημιστικό ή ‘κουλτουριάρικο’ περιβάλλον μας, και να θέτει ερωτήματα που αφορούν όχι την ‘διεθνή πολιτική’ γενικώς και αορίστως, αλλά τον ίδιο τον εαυτό μας.





