Wednesday, 5 May 2010

Love call


I will clothe myself in your voice, in your voice, and invisibly I will go out into the street. I will stand there with your voice, with your voice inside me, and houses will pass me by like tired, half-sunken steamships. And it will last a hundred years, a hundred years, until birds take over your voice, your voice, to remind me I have to move on.


Zagreb, 2005

Dubravko Detoni

Thursday, 29 April 2010

Απρίλης 1943


Διψάς, του στίχου το πουλί,
της ξενιτιάς τ' αγέρι
μα ο κόσμος έχει ξενιτιές
κι ο κόσμος δεν τις ξέρει...

Μην πεις: "Δεν καταδέχομαι!",
μην πεις: "Κι αχ, πώς να κάμω;"
Πιάσε το στίχο σου σκυφτός,
σαν το ψωμί από χάμω.



Τέλλος Άγρας

Monday, 19 April 2010

Βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ - πρώτες εντυπώσεις


Η ανακοίνωση της μικρής λίστας των Βραβείων Διαβάζω αποτελεί ένα από τα λίγα, ευρείας απήχησης «γεγονότα» του εκδοτικού ημερολογίου. Οι σκέψεις που μπορεί να καταθέσει κανείς είναι πολλές και αφορούν όχι μόνο στις επιλογές που φιλοξενούνται στην κάθε μία από τις 7 κατηγορίες, αλλά και στον τρόπο που νοείται η κάθε κατηγορία, ως διακριτό είδος που μας καλεί σε κοινή αξιολόγηση φαινομενικά ετερόκλητων έργων. Ας αφήσω όμως τα γραμματολογικά για μετά τον καφέ, και ας περιοριστώ στην καταγραφή των πρώτων, αδούλευτων -μα ελπίζω όχι αδόκιμων- σκέψεων.

Η πλέον ισχυρή κατηγορία που συστηματικά, εδώ και αρκετά χρόνια, μας προσφέρει εξαιρετικούς τίτλους, είναι η πλέον ‘δυσπώλητη’ (αν μου επιτραπεί ο νεολογισμός) της αγοράς: αναφέρομαι στα έργα που συναπαρτίζουν την μία από τις ‘δίδυμες’ κατηγορίες των βραβείων: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ-ΜΕΛΕΤΗ. Τα δέκα βιβλία της κατηγορίας, παρά τους όποιους περιορισμούς μπορεί να εντοπίσει κανείς, είτε στην εκτέλεση των φιλόδοξων στόχων τους, είτε στην τεκμηρίωση των ερευνητικών τους υποθέσεων, αποτελούν μία όαση έλλογης πραγμάτευσης θεμάτων, που φωτίζουν ή επαναπροσδιορίζουν όψεις του λογοτεχνικού μας κανόνα.

Η άλλη δίδυμη -και απροσδόκητα νεοβαπτισθείσα- κατηγορία ΔΙΗΓΗΜΑ-ΝΟΥΒΕΛΑ, δημιουργεί μικτά συναισθήματα, κυρίως διότι στην κλασική της εκδοχή, που θα περιελάμβανε μόνο το ΔΙΗΓΗΜΑ, φιλοξενεί τρεις τουλάχιστον δυνατούς τίτλους -από τους Μήτσου, Σκαμπαρδώνη, Στάμου- ενώ στην επισυναπτόμενη ΝΟΥΒΕΛΑ παραλείπει κάποιους από τους έμπειρους του πεζού είδους, όπως ο Θ. Γρηγοριάδης.

Η λίστα του μυθιστορήματος είναι νομίζω από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων, αποφεύγοντας, εν πολλοίς, τον πειρασμό της συμπερίληψης τίτλων που η δημοσιότητά τους κατά το περασμένο έτος δεν αντιστοιχούσε στην πεζογραφική τους αξία. Είναι μάλιστα πολύ ενδιαφέρον ότι τα πιο σύγχρονα δείγματα γραφής δεν εντοπίζονται σε βιβλία με 'μοντέρνο' περιεχόμενο, αλλά σε αυτά με ιστορική (Γκουρογιάννης, Χουζούρη) ή αρχαιολογική (Χωμενίδης) θεματική!

Ας ελπίσουμε ότι στις 10 Μαΐου θα αναδειχτούν οι καλύτεροι από τους μοναχικούς εργάτες του λόγου...

Thursday, 18 March 2010

Μεσημβρινές Συνευρέσεις


Γνωρίστε την Εύα Στάμου, συγγραφέα του βιβλίου Μεσημβρινές Συνευρέσεις (Εκδόσεις Μελάνι), μέσα από τις συνεντεύξεις της στην Athens Voice, το Lifo και το μπλογκ 'Πανδοχείο'.

Monday, 8 March 2010

8 Μαρτίου 2010

Αγρίμι το χειμώνα

φυτό τρυφερό την άνοιξη

έντομο το καλοκαίρι

πετεινό τ' ουρανού το φθινόπωρο.

Τον υπόλοιπο χρόνο είμαι γυναίκα.



Βάνα Παύλοβα (Ρωσία)

Thursday, 4 February 2010

Απογευματινές σημειώσεις



Η Εξέλιξη των Ειδών


Είχε εντέλει προσέξει
πως όσο προχωρούσε η κατάσταση τόσο χειροτέρευε
κι έτσι αποφάσισε να διακόψει στον άνθρωπο.



Ζωή

Δεν τη νοιάζει αν μας δυσαρεστεί.
Ξέρει πως δεν θα ξανασυναντηθούμε πια.



Για τη Μελαγχολία

Μη φοβάστε. Όταν κτυπήση την πόρτα και δεν ανοίξετε
θα φύγη. Ειν' εύθικτη ευτυχώς,
είν' ευτυχώς ασυνήθιστη στα "όχι".



Κώστας Μόντης (1914-2004)

Sunday, 27 September 2009

Το καμαράκι κάτω από τη σκάλα: εννέα δοκίμια


Πότε ένα κείμενο είναι δοκιμιακό; Η γραμματολογική έννοια του δοκιμίου φαίνεται να επιδέχεται, καταρχήν, δύο αναλύσεις, μια αποφατική και μια καταφατική. Αποφατικά, το δοκίμιο μπορεί να οριστεί ως κάτι που, ενώ δεν περιορίζεται στην φιλολογική καταγραφή των σχετικών δεδομένων, δεν ολοκληρώνεται σε μια φιλοσοφική θεώρηση της ουσίας τους. Θετικά, το δοκίμιο προτείνει ένα νέο τρόπο αντίληψης των πραγμάτων, αναδεικνύοντας τις υπόρρητες σχέσεις και τις άδηλες ποιότητες που νοηματοδοτούν την εμπειρία μας.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις, δίνει η πρόσφατη συλλογή εννέα κειμένων του Διονύση Καψάλη -έμπειρου ποιητή και μάστορα του πεζού λόγου- για τον οποίο μπορεί, πιστεύω, να ειπωθεί εκείνο που ο Παλαμάς δήλωσε κάποτε για τον Ροΐδη: ο άνθρωπος αυτός, απλούστατα, γνωρίζει να γράφει.

Το αρχικό και το τελικό δοκίμιο του τόμου αποτελούν, κατά την άποψή μου, υπόδειγμα δοκιμιακού λόγου, ο οποίος μπορεί να συντονίζεται με τα ενδιαφέροντα ενός μη-εξειδικευμένου ακροατηρίου, να ευστοχεί στην διατύπωση των ζητημάτων που θέτει προς συζήτηση, και να αρθρώνει ουσιαστικές προτάσεις για την εις βάθος κατανόησή τους.

Δεν είναι όλα τα δοκίμια του Καψάλη εξίσου άρτια στη δομή τους, ενδελεχή στην πραγμάτευσή τους, ή πλήρη στην επιχειρηματολογική ανάπτυξή τους. Στην μελέτη για τον Άλκη Αγγέλου, με αντικείμενο τη σχέση «Λογίων και Ανάγνωσης», ο ειρμός της σκέψης διαρκώς ανακόπτεται από τις αλλαγές θεματικής εστίασης. Θα ήταν ίσως γονιμότερο για τον συγγραφέα να ανασυνθέσει στις καίριες λεπτομέρειές της την διαλεκτική, λόγου χάριν, προσωπικής αυτοδιδασκαλίας και ευρύτερης κοινωνικής παιδείας, ώστε να καταστεί σαφής η απάντηση όχι μόνο στο ερώτημα του τι ακριβώς ζητούσε ο Αγγέλου από τον Βικέλα, αλλά στο, κατ’ εμέ σημαντικότερο, ερώτημα του τι ζητά ο Καψάλης από τον Αγγέλου – ποιες πνευματικές ανάγκες ενός στοχαστή των αρχών του 21ου αι. μπορεί να ωθούν στην επανεξέταση του έργου ενός γραμματολόγου του όψιμου 20ου αιώνα;

«Η Ποιητική της Αγοράς» ανοίγει με δύο σελίδες εξαιρετικών παρατηρήσεων για την δικαιολογημένη αμηχανία που μπορεί να επιφέρει στον καλοπροαίρετο αλλά πρωτόπειρο σπουδαστή η μηχανική εφαρμογή όρων και αρχών της σύγχρονης λογοτεχνικής θεωρίας. ο συγγραφέας καταδεικνύει, μεταξύ άλλων, το αδόκιμο της μετάφρασης του λατινογενούς intertextuality ως «διακειμενικότητα» (χωρίς, ωστόσο, να προτείνεται μια ευστοχότερη απόδοσή του). Ακολουθεί η συνανάγνωση δύο ποιημάτων, του Παλαμά και του Άγρα, η οποία, δίχως να βιάζει τα έργο τους σε κάποιο εύπεπτο εξηγητικό σχήμα, εντοπίζει εκλεκτικές ποιητικές συγγένειες, αναδεικνύει στην συνάφειά τους τις αισθητικές ποιότητες του εκάστοτε κειμένου, και φωτίζει το ποιητικό πρόσωπο του κάθε δημιουργού στο αντικαθρέφτισμα της κοινωνικής και προσωπικής ιστορίας του. Αν θα έπρεπε να διατυπώσω κάποια ένσταση για αυτό το δοκίμιο, θα έλεγα ότι υστερεί σε αμεσότητα έκφρασης της αξιολογικής κρίσης που, δίχως ποτέ να αρθρώνεται ρητά, πιστεύω ότι έπεται λογικά από την ανάλυση του Καψάλη. Είναι ίσως παράδοξο για ένα τόσο καλογραμμένο κείμενο, ότι χρειάστηκε να το ‘επισκεφτώ’ αρκετές φορές ώσπου να σχηματίσω την άποψη ότι η ορθή ερμηνεία κάποιων φαινομενικά ουδέτερων χαρακτηρισμών του συγγραφέα σχετικά με το «βάρος της μείζονος ποίησης», συγκλίνει μάλλον με την δική μου προτίμηση για τον τρόπο με τον οποίο ο ελάσσων Άγρας «γειώνει το πάθος του Παλαμά», αποδίδοντας με τα χαμηλόφωνα ποιήματά του τον αυθεντικό ήχο του καθημερινού βιώματος.

Οι «Σκέψεις για τον Εμμανουήλ Ροΐδη» συνιστούν μία πραγματικά επιτυχημένη απόπειρα διάσωσης του συγγραφέα των Ειδώλων από τα παραμορφωτικά είδωλα που η καθ’ημάς μετανεωτερική ‘διανόηση’ έχει ανεγείρει πάνω στο corpus του Συριανού πεζογράφου. Η κριτική του Καψάλη κατά της βαρύγδουπης περιαυτολογίας και της ανερμάτιστης γενικολογίας που χαρακτηρίζει πρόσφατες αναλύσεις του Ροΐδη, είναι όχι μόνο απολαυστικά καυστική, αλλά και φιλολογικά οξυδερκής – η έμφαση, εντούτοις, στις ελλείψεις της τρέχουσας αποδομητικής ορθοδοξίας, ενέχει τον κίνδυνο οι πλέον σημαντικές ερμηνευτικές προτάσεις που διατυπώνονται στο τελευταίο τρίτο του κειμένου, να διαφύγουν της προσοχής, ή έστω να μην εκτιμηθούν επαρκώς σε μια πρώτη ανάγνωση.

Οι αρετές των δοκιμίων που συναποτελούν Το Καμαράκι κάτω από τη Σκάλα είναι πολλές και ουσιαστικές. Ακόμη και αν ο αναγνώστης διαφωνεί με επιμέρους παρατηρήσεις, ή αν προσδοκά μια πληρέστερη πραγμάτευση των τόσο καίριων ζητημάτων που θίγει ο συγγραφέας, κατανοεί ότι παρακολουθεί την ανέλιξη της σκέψης κάποιου που επιθυμεί να συνομιλήσει με το κοινό του -- και για τον οποίο η διαδικασία της συγγραφής δεν στοχεύει στην οχύρωση του γράφοντα πίσω από ένα τείχος παραπομπών και παραθεμάτων, αλλά στην διατύπωση απόψεων που τον εκθέτουν στο κριτικό μας βλέμμα, συμβάλλοντας έτσι σε έναν απροσχημάτιστο διάλογο με όσους πιστεύουν ακόμη στην διαμόρφωση μιας «νέας ηθικής της λογοτεχνίας που δεν θα ηθικολογεί και που η γνώση δεν θα αναιρεί την ικανότητα του ανθρώπου [να απορεί και] να θαυμάζει.»


Διονύσης Καψάλης, Το καμαράκι κάτω από τη σκάλα: εννέα δοκίμια, Άγρα, 2008

Saturday, 6 June 2009

Το φύλο της γραφής


Η σημερινή επιφυλλίδα του Δημοσθένη Κούρτοβικ στο Βιβλιοδρόμιο θέτει με αρκετά επιτυχημένο τρόπο -εύστοχα, κριτικά, αλλά χωρίς εμπάθεια (μάλλον με συμπάθεια)- ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτισμικών ζητημάτων που αφορούν την σχέση συγγραφέων και αναγνωστικού κοινού στην περίπτωση της ευπώλητης παραλογοτεχνίας. Ας προσθέσω κάποιες, συντομότατες, επισημάνσεις.

Κατ' αρχάς υπάρχει μια σοβαρή παράπλευρη απώλεια ζωτικού χώρου για την ποιοτική λογοτεχνία, καθόσον το συγκεκριμένο εκδοτικό φαινόμενο πλήττει και όσους δεν μετέχουν στο εμπορικό αλισβερίσι της παραλογοτεχνίας: πρόκειται για τη συνεχώς αυξανόμενη (κατά)χρηση του χώρου αξιόλογων εντύπων λογοτεχνικής κριτικής, προς ανάδειξη της παραλογοτεχνίας. Παρέχει επίσης αφορμή προβληματισμού το γεγονός ότι όλο και συχνότερα, τέτοιου είδους ευπώλητα, αν και κακότεχνα προϊόντα εμφανίζονται στις μακρές λίστες έγκριτων βραβείων. Τέλος, νομίζω ότι ένα από τα θύματα της όλης κατάστασης είναι η νοηματική παραφθορά των όρων 'γυναικεία γραφή' και 'γυναικεία λογοτεχνία' που ενώ στις αγγλόφωνες, τουλάχιστον, χώρες, δηλώνουν κάτι το πρωτοποριακό κι ανατρεπτικό (από την Virginia Woolf ως την Jackie Kay) στα καθ'ημάς οι όροι έγιναν δυστυχώς συνώνυμοι της πλέον συντηρητικής κι εύπεπτης μικροαστικής λογοτεχνίας.


Thursday, 28 May 2009

Fragment


Νυκτὸς βουλεύειν, νυκτὸς δ᾽ ἓτι ὀξυτέρη φρήν
ἀνδρὰσιν. ἡσυχὶη δ᾽ ἀρετὴν διξημὲνῳ ἐσθλή.


Τη νύχτα να επιθυμείς - στους άνδρες, της νύχτας οξύτερη είναι η σκέψη - κι η ησυχία, για όποιον το άριστο ποθεί, υπέροχη είναι.

Φωκυλίδης

6ος αι. π.Χ.


Friday, 1 May 2009

1 Μάη 09



... ο συγγραφέας δεν διαθέτει κάποιο κείμενο, προκειμένου να το παραβάλει με το γραπτό του, καμία γλώσσα πριν τη γλώσσα. Αν τον ικανοποιεί η ομιλία του, τον ικανοποιεί λόγω μιας ισορροπίας που η ίδια ορίζει τους όρους της, λόγω μιας τελειότητας χωρίς πρότυπο.


Maurice Merleau-Ponty, Le langage indirect et les voix du silence (1952)