Saturday, 3 May 2008

Νυχτερινές σκέψεις

Άναψα το φως και, πριν αρχίσω να γράφω, ήρθε στο νου μου ένας στίχος τού Γιώργου Γεωργούση:

Η μνήμη δεν γνωρίζει
την πηγή που την θρέφει


Στη φράση του Γεωργούση συμπυκνώνεται ποιητικά μια άποψη που μέσα από περίπλοκους και μακροσκελείς συλλογισμούς έχει διατυπωθεί επίσης στο έργο αρκετών φιλοσόφων. Η κρυφή λογική της συνείδησης κάνει αυτό που φαινομενικά είναι το πιο προσιτό σε όλους μας -την ίδια τη σκέψη μας - να αποτελεί ταυτόχρονα ένα ανεπίλυτο μυστήριο. Όπως το έθεσε κάποτε ο Nietzsche:

Η κάθε σκέψη μου έρχεται όταν εκείνη θέλει


Κι όμως, ο στίχος του Γεωργούση με άφηνε εν μέρει ανικανοποίητο. Θυμόμουν πως όταν διάβασα την Παλινωδία, η εντύπωση που μου είχε κάνει το ποίημα ήταν διαφορετική - κίνησε μέσα μου όχι τόσο την διάννοια, όσο την ψυχή. Έτσι αποφάσισα ν’ ανοίξω πάλι την συλλογή, όπου στη σελίδα 16 βρήκα την ορθή γραφή - αυτή που εκφράζοντας ένα πραγματικό βίωμα, μετατρέπει ένα απλό διανόημα, σε ουσία ποιητική:


Η μνήμη δεν γνωρίζει
την πληγή που την θρέφει


Wednesday, 30 April 2008

Το τέλος της γιορτής

... προμηνούσε την αρχή του καλοκαιριού

Καλό μήνα



Wednesday, 16 April 2008

Γλωσσικές απορίες



«Γράφουμε στα γαλλικά για να μην τρελαθούμε» λέει ο Σιοράν - και ο Μπέκετ συμπληρώνει ότι αποφάσισε να αφήσει την τοπική του διάλεκτο για χάρη της γαλλικής ακριβώς επειδή «Η γαλλική γλώσσα δεν έχει ‘ύφος’». Οι απόψεις αυτές ακούγονται ίσως παράδοξες και δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο ευσταθούν για τους ασχολούμενους με την συγκριτική γλωσσολογία – αν και το γεγονός ότι έως πρόσφατα η γαλλική ήταν η γλώσσα της διεθνούς διπλωματίας οφειλόταν ακριβώς στο ότι δεν ενέχει τις πολυσημίες, την υπανικτικότητα, και εν τέλει την ασάφεια από τις οποίες θρέφεται η τωρινή αγγλόφωνη λαίλαπα των διεθνών ‘διαπραγματεύσεων’.


Αυτό που με απασχολεί όμως δεν είναι οι όποιες αρετές μιας συγκεκριμένης γλώσσας, όσο η ανάγκη κάποιων συγγραφέων να εκφραστούν σε άλλη από την λεγόμενη ‘μητρική’ τους γλώσσα. Αναρωτιέμαι, μάλιστα, αν κάθε συστηματική προσπάθεια γραφής – με σαφές μέτρο, εννοιολλογική συνέπεια, και αφηγηματικό ρυθμό – αποτελεί μια μορφή μετάβασης σε μια άλλη από την παραδεδομένη γλώσσα της καθημερινής ομιλίας. Κι αν τελικά, ο λόγος που γράφουμε – όταν μπαίνουμε σε αυτό το απαιτητικό παιχνίδι, με τους τόσο αυστηρούς κανόνες, που λέγεται συγγραφή – το κάνουμε για να αποδώσουμε στη ζωή λίγη από την τάξη ή την αρμονία που περιέχει η λογοτεχνία. Αν, με απλά λόγια, γράφουμε για να μην τρελαθούμε.


Tuesday, 8 April 2008

Taking Pictures


Οι γυναίκες αφηγούνται καλύτερα - η ομιλία των ανδρών είναι συχνά σπασμωδική, πολύ περιεκτική για να προκαλέσει τη φαντασία, αρκετά επίπεδη για να κρατήσει το ενδιαφέρον. Δεν είναι έτσι παράλογο που όσο περισσότερες συγγραφείς δοκιμάζονται στη φόρμα της ‘σύντομης ιστορίας,’ τόσο περισσότερο κερδίζει η τέχνη του διηγήματος.

Η τελευταία συλλογή της Anne Enright κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες και οι κριτικές παρουσιάσεις του βιβλίου της έχουν ήδη κάνει τον γύρο των Κυριακάτικων εφημερίδων απ’ το Δουβλίνο ως το Λονδίνο. Η ενασχόληση όμως του τύπου με το Taking Pictures δεν ενοχλεί, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί η προβολή ενός βιβλίου από τα σχετικά ένθετα λειτουργεί αντισταθμιστικά προς τους τίτλους που συνωστίζονται κάθε φορά στους πάγκους των ευπώλητων. Δεύτερον, διότι η συλλογή της Enright περιέχει ιστορίες πολύ καλές - ορισμένες είναι, πιστεύω, εξαιρετικές.

Το αντικείμενο που ‘φωτογραφίζεται’ στα διηγήματα είναι το σώμα σε πλήρη ενέργεια, σε αυτοκαταστροφικό λήθαργο, σε χρόνια ασθένεια, σε μανιώδη έρωτα: ένα σώμα σε διαρκή σχέση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η δομική απόφαση της Enright (απόφαση δημιουργική και για αυτό, ίσως, υποσυνείδητη) να κάνει σε όλες τις ιστορίες ‘διανομή ρόλων’ ουσιαστικά σε τρία πρόσωπα. Έτσι, αν και πρωταγωνιστής είναι πάντα μία γυναίκα, η συμπεριφορά της αντανακλάται σε δύο άλλα άτομα που ‘επιστρέφουν’ πάνω της μια διαφορετική όψη του εαυτού της. Η προσέγγιση αυτή βρίσκει την καθαρότερη μορφή της στην πρώτη (Pale Hands I loved) και στην έκτη (Bad Sex Weekend) ιστορία, που εκφράζουν και το ιδιαίτερο στυλ της πεζογράφου. Αντίθετα, το εφηβικό δράμα που εκτυλίσεται στο ‘Natalie’, όπως και στο υπέροχο ‘Pillow’, μοιάζουν να κυλούν από την πένα κάποιου κλασικού Αμερικανού διηγηματογράφου - άρτια δουλεμένα, με ‘στρογγυλό’ τέλος, αλλά δίχως το αυθεντικά τραχύ (και τόσο ανάγλυφο) ύφος που έχουν ιστορίες με τις ώριμες ηρωίδες που συνθέτουν και το βιωματικό σύμπαν της Enright.


Thursday, 20 March 2008

Αέναη επιστροφή

Η αφορμή ήταν απλή. Οι συνεντεύξεις των υποψηφίων για έναν τομέα στον οποίο θεωρούμαι ειδικός, σήμαινε πως έπρεπε να επισκεφτώ για λίγο το παλιό μου γραφείο στο Bloomsbury. Το πρώτο που ένιωσα περνώντας την ξύλινη είσοδο του αστικού τριόροφου ήταν η γνώριμη ησυχία που αγκαλιάζει τα δωμάτια, επιτρέποντας στην ομιλία τού κάθε συναδέλφου να ακουστεί στο χώρο καθαρά κι αβίαστα. Μου φαίνεται ακόμη παράξενο πως στην πρωτεύουσα της Αγγλίας, αν δεν αντέχεις το θόρυβο και σου αρέσουν οι πρωινοί περίπατοι, είναι καλύτερο να μένεις σε κάποια κεντρική συνοικία του Λονδίνου. Στα δρομάκια γύρω απο τη Βρετανική Βιβλιοθήκη έχουν πληθύνει τα καφέ, και οι πρόσφατες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις - ενόψει δημοτικών εκλογών - έχουν μετατρέψει σε πεζόδρομους τις διασταυρώσεις στα μικρά πάρκα του Tavistock. Το σημείο όμως που προτιμώ βρίσκεται στην άλλη όχθη του βικτωριανού τετραγώνου: είναι η Charlotte Street, ένας δρόμος με μικρές μπυραρίες, καλά μπιστρό, πολλούς ξένους - και καθόλου τουρίστες. Στα γύρω στενά υπάρχουν ακόμη τα ‘δισκάδικα’ ενώ το μεγάλο βιβλιοπωλείο νότια της πλατείας έχει περιορίσει δραστικά τους πάγκους των ευπώλητων, επεκτείνοντας το τμήμα με τις παλιές, συλλεκτικές εκδόσεις.


Στις εφημερίδες κυριαρχεί η επέτειος της επίθεσης - πέντε χρόνια πολέμου και το μόνο απτό αποτέλεσμα είναι πως ο αριθμός των θυμάτων στον άμαχο πληθυσμό του Ιράκ είναι πενταπλάσιος των διακοσίων χιλιάδων βρετανών που χάθηκαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αρκετούς άγγλους η οργή για ό,τι συμβαίνει εναλάσσεται με την απορία πως άφησαν να οδηγήσει τη χώρα τους σε πόλεμο ένας ‘small town lawyer’ - όπως τόσο εύστοχα αποκάλεσε πρόσφατα η Independent τον Τόνυ Μπλαιρ. Η αντίθεσή μου στην εξωτερική πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου είναι τόσο μεγάλη που καμιά φορά ξεχνάω τι είναι αυτό που με έλκυε κάποτε στην αγγλοσαξωνική κουλτούρα. Οι βόλτες στα λογοτεχνικά λημέρια ήταν μια καλή υπενθύμιση κάποιων πραγμάτων που αγάπησα. Αγγλία βέβαια δεν είναι μόνο το Bloomsbury - αλλά ευτυχώς είναι και αυτό.




Thursday, 6 March 2008

Σκέψεις για τον Γ. Σ.

Δεν ξέρω πως μπορεί να γράψει κανείς για τον Σεφέρη, γι αυτό και παίρνω ως οδηγό το όμορφo κείμενo της Εαρινής Συμφωνίας και την συζήτηση περί ποιητικής και πολιτικής που αναπτύχθηκε στο πάντα φιλόξενο alef. Τρία – σύντομα - σχόλια.


1.

Ανοίγοντας σ’ένα τυχαίο σημείο τα ‘Ποιήματα’ του Σεφέρη συμβαίνει κάτι περίεργο: ξεχνάς ότι διαβάζεις και αρχίζεις ν' ακούς. Ο θόρυβος για λίγο υποχωρεί καθώς ο νους έρχεται σ’ επαφή με τη σκέψη ενός ανθρώπου που ζητά, δίχως ν’ απαιτεί, να μοιραστεί με σένα (τον λεγόμενο ‘άνθρωπο των γραμμάτων’) αυτό το τόσο οικείο σε όλους μας κενό:

T' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης/ επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

T
' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,/ τη δική σου φωνή/ όχι εκείνη που σ' αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή/αυτή που σπατάλησες...

Zωή σου είναι ό,τι έδωσες/ τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες/ το άσπρο χαρτί.


***


2.

Τα ποιητικά μας πράγματα καθορίστηκαν για μεγάλο διάστημα από μια σπασμωδική ταλάντευση ανάμεσα σε δύο άκρα: αφενός την ποιητική του ‘ιδιωτικού οράματος’, αφετέρου τις μεγαφωνικές απαγγελίες των πάνδημων εκδηλώσεων και των σχολικών εορτασμών. Ο λόγος όμως του Σεφέρη δεν υπήρξε ποτέ ούτε ‘ιδιωτικός’, ούτε ‘δημόσιος’. Ήταν πάντα λόγος προσωπικός - και γι αυτό αληθινά ερωτικός.

Σκέφτομαι συχνά την «Τελευταία Μέρα» - γραμμένη παραμονές του Πολέμου, μιλά για την αμηχανία που μετατρέπεται σε αγωνία, δίχως το ίδιο το ποίημα να παραδίνεται λεπτό στη ρηχή συναισθηματικότητα που περιείχαν οι λυρικές εξάρσεις της ‘πατριωτικής ποίησεως’. Η κατακλείδα του ποιήματος έχει μια σπάνια μουσικότητα, κι ας λέει κάτι φαινομενικά πεζό:

Ένα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:

«Βαρέθηκα το δειλινό, πάμε στο σπίτι μας

Πάμε στο σπίτι μας ν’ανάψουμε το φως.»


***


3.

Γνώρισα τον Σεφέρη – θέλω να πω: γνώρισα τα ποιήματα του Σεφέρη – μαθητής στην Β’ Λυκείου. Τώρα, ίσως περισσότερο κι από τότε, νιώθω δίπλα του πολύ μικρός, όχι γιατί δεν μεγάλωσα, αλλά γιατί όσο κι αν βαραίνει η συνεχώς αυξανόμενη αναγνωστική εμπειρία, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ικανότητα να βιώνεις ένα ποίημα όπως θα τό θελε αυτός: και με τις πέντε αισθήσεις. Η επικεφαλίδα της πρώτης συλλογής του ήταν «ΚΟΧΥΛΙΑ, ΣΥΝΝΕΦΑ» -- αισθητικός οδηγός του δεν ήταν κανείς ευπρεπής, γερμανόφωνος διανοούμενος αλλά «ένας τρελός στα μάτια του κόσμου», ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος -- ακόμη και στα θεωρητικά του κείμενα δεν υποκρίνεται τον στοχαστή του σπουδαστηρίου - γράφει, λόγου χάρη, στην αρχή της εξαιρετικής μελέτης του για τον Καβάφη: «...μου έτυχε κάπου-κάπου, μελετώντας τον παράξενο αυτόν άνθρωπο, να ψιθυρίσω: καιρός να πάμε να πάρουμε τον αέρα μας στη θάλασσα.»

Ξέρω πως νιώθω για την ποίησή του - αλλά δεν ξέρω πως μπορεί να γράψει κανείς για τον Σεφέρη.




Sunday, 24 February 2008

Η ρητορική του ελάχιστου


Δουλεύουμε πάνω σ’ένα κείμενο (δοκιμάζουμε σημεία τομής στον στίχο, επιζητούμε νοηματικές συνάφειες στην πρόταση) αλλά δεν δουλεύουμε πάνω σε μια λέξη: την επιλέγουμε - ή μας επιλέγει.

Μεταξύ μιας παραγράφου και της μοναχικής λέξης εισέρχεται ο αφορισμός – γενεσιουργός σκέψεων που εκφράζει η τέχνη της βραχύτητας. Υπάρχει μια παραδεδομένη αντίληψη για την αντίθεση συστηματικού λόγου κι αφοριστικής σκέψης. Όμως, ως λογοτεχνικό είδος ο αφορισμός φαίνεται να ευδοκιμεί σε χώρες που χαρακτηρίζονται για την αγάπη τους για μακρόπνοα θεωρητικά συστήματα. Στην αναλυτική κουλτούρα της Βρετανίας, π.χ, σπάνια συναντάμε μια αυθεντικά αφοριστική σκέψη – κι η εξαίρεση του Όσκαρ Ουάιλντ δεν είναι τόσο καθοριστική όσο εικάζεται. Νιώθω πως αρκετές από τις περίφημες φράσεις του υπολείπονται ουσίας:

«I never read a book I must review; it prejudices you so.» Εξαιρετικό - αλλά ανεφάρμοστο, ιδίως για όποιον, όπως και ο Ουάιλντ, πιστεύει στην αξία της κριτικής.

Οι Γάλλοι – παρά τον υπέρμετρο ζήλο τους για την ανέγερση ορθολογικών συστημάτων – αποδείχτηκαν πολλοί πιο εύστοχοι σε μια τέχνη που καθρεφτίζει τα όρια και τις αντιφάσεις του ανθρώπινου στοχασμού. Κλείνω με ένα αγαπημένο παράδειγμα του Λα Ροσφουκώ:

«Αν δεν είχαμε εμείς ελαττώματα, δεν θα νιώθαμε ευχαρίστηση όταν τα εντοπίζουμε στους άλλους.»


Monday, 18 February 2008

18 Φεβρουαρίου 2008




Snow, the poor man's marble


Joseph Brodsky


Thursday, 7 February 2008

Ευτυχία;

Αφιερωμένο στο alef για την ευγενική του πρόσκληση να αποδόσω, μέσω ενός κειμένου, μιαν όψη της ‘ευτυχίας’. Αν και πυρρώνειος σκεπτικιστής προς κάθε τι υπερβατικό, νομίζω πως κάτι ιδιαίτερο περικλείεται στην ακόλουθη ιστορία:


«Κάθε κλειδαριά έχει ένα κλειδί που της αρμόζει και την ανοίγει. Αλλά υπάρχουν δυνατοί ληστές που ξέρουν πως να ανοίγουν ό,τι θέλουν δίχως κλειδί: σπάνε την κλειδαριά. Ετσι και κάθε μυστήριο στον κόσμο μπορεί να λυθεί με την περισυλλογή ή τον στοχασμό που του ταιριάζει. Αλλά ο θεός αγαπάει τον κλέφτη που κάνει κομμάτια την κλειδαριά: εννοώ, αυτόν που κάνει την καρδιά του κομμάτια για την αγάπη του θεού.»


παλιά χασιδική ιστορία


Monday, 4 February 2008

Βίοι παράλληλοι

Ο θόρυβος κι η μουσική κινούνται με το ίδιο νόμισμα: τον ήχο.

Νομίζω ότι, για μένα, η μουσική έχασε την ισχύ της, όταν εξοβέλισε το θόρυβο από τη θέση του, ώστε να γίνει αυτή συνεχώς παρούσα ως background music. Η αντίσταση, ίσως, στην διαρκή υποχώρηση της μουσικής στο ‘υπόβραθο’ όσων κάνουμε, ξεκινά από την υπενθύμηση της φυσικότητάς της. Παλιά – ίσως υπάρχουν επισκέπτες αυτού του μπλογκ που να καταλαβαίνουν τι εννοώ – δεν πηγαίναμε στο σπίτι ενός φίλου για να ακούσουμε μουσική, αλλά για να ακούσουμε δίσκους.

Η διαδρομή ενός δίσκου από το ράφι ή το χαλί, ώσπου να τον αγγίξει η βελόνα του πικάπ, και πίσω στη θήκη του, σήμαινε ότι η πρώτη αίσθηση με την οποία μας δινόταν η μουσική ήταν η αφή. Δεν μπορώ εύκολα πια να θυμηθώ πως ήταν να ακούω μουσική, χωρίς παράλληλα να αλλάζω ταχύτητα στο αυτοκίνητο, ή να συζητώ, ή να προχωρώ ένα βιβλίο, ή να πληκτρολογώ.

Μου ρθε στο νου ένα κείμενο που διάβασα πριν από πολύ καιρό. Στην εισαγωγή τού βιβλίου Οι Αθώοι, ο Herman Broch αναφέρει πως όταν σταματήσει ο κάθε θόρυβος (των λόγων, μα και των σκέψεων) αυτό που θα ακούσεις είναι ο ήχος του χρόνου – του δικού σου χρόνου, που, ίσως, δεν χάθηκε.