9/10/08
Thursday, 9 October 2008
Carte postale
9/10/08
Friday, 3 October 2008
Soi-même comme un autre

Υπάρχει όμως κι ένας άλλος γρίφος που συχνά διαφεύγει της προσοχής μας. Όταν προσπαθώ να με συλλογιστώ, ο εαυτός μου δεν είμαι πια εγώ, αφού, ενόσω τον σκέφτομαι, αυτός γίνεται το αντικείμενο της σκέψης μου.
Τον εαυτό μου υποτίθεται πως μπορώ να τον αφουγκραστώ με τρόπο που κανείς, όσο κοντά μου και να γείρει, δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί. Κι όμως, όταν συγκεντρώνω το νου μου πάνω του, και του παρέχω όλη την προσοχή μου, αυτός μου προσφέρει τις διαφορετικές του όψεις σταδιακά, άλλοτε γεναιόδωρα κι άλλοτε βασανιστικά αργά. Το τίμημα της επιθυμίας να μην είμαστε απλά ο εαυτός μας, αλλά να γνωρίζουμε τι ‘πραγματικά’ είμαστε, ίσως είναι η συνειδητοποίηση ότι η ετερότητα δεν είναι κάτι αρνητικό, αφού βρίσκεται μέσα μας. Κι αυτό νομίζω θα πρέπει να είναι το κύριο νόημα του τίτλου ‘Ο ίδιος ο εαυτός ως άλλος’.
Paul Ricoeur, Ο ίδιος ο εαυτός ως άλλος, μτφ. Βίκυ Ιακώβου (ΠΟΛΙΣ)
Tuesday, 1 July 2008
O αιώνας του Σαρτρ

O Levy καταθέτει ως πρωτότυπη συμβολή στην ερμηνεία του σαρτρικού έργου μια περιοδολόγηση σε τρία μέρη: αυτό του «πρώτου Σαρτρ» που διαρκεί ώς τα τέλη της δεκαετίας του ’40, κατόπιν ενός «άλλου Σαρτρ» που «παραπλανήθηκε» στην ένθερμη πολιτική και θεωρητική υποστήριξη των απελευθερωτικών κινημάτων στις πρώτες δεκαετίες του Ψυχρού Πολέμου και, τέλος, ενός «μεταστραμμένου Σαρτρ» που «αποκηρύσσει» το προηγούμενο έργο του, για χάρη μιας ώριμα αποκεκαλυμμένης ηθικής του οικουμενισμού που θα του προσφέρει η σύντομη επαφή του με την ιουδαϊκή διδασκαλία. Tο πρόβλημα με την περιοδολόγηση αυτή είναι διττό. Aφ’ ενός στερείται παντελώς πρωτοτυπίας καθ’ ότι αναμασάει εγκυκλοπαιδικές περιλήψεις της σαρτρικής φιλοσοφίας γνωστές ήδη από φοιτητικά εγχειρίδια της δεκαετίας του ’70 (μιας δεκαετίας όπου οι πρώην σοσιαλιστές συνοδοιπόροι του αντιμετώπιζαν τον Σαρτρ ως γραφικό υπέρμαχο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Aφ’ ετέρου εντάσσει στην ίδια κατηγορία έργα που προτείνουν διαφορετικές απαντήσεις σε καίρια ζητήματα φιλοσοφίας, όπως αυτά της γνωστικής μεθόδου, των οντολογικών προϋποθέσεων των κοινωνικών σχέσεων και της δυνατότητας επικοινωνίας που θα στηρίζει μάλλον παρά θα υπονομεύει την προσωπική δημιουργία.
Mια παρόμοια ερμηνευτική υπεκφυγή εμφανίζεται στο κεντρικό, και καλύτερο, μέρος του βιβλίου που εστιάζεται στη ρήση του Σαρτρ ότι «ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός». Aφού απαριθμήσει ένα πλήθος «ανθρωπιστικών ιδεολογιών» με τις οποίες δεν θα πρέπει να συγχέεται ο υπαρξισμός, ο B-HL αλλάζει ερμηνευτική κατεύθυνση, υπαινισσόμενος τι είδους «αντι-ανθρωπισμό» μοιράζεται με τον Σαρτρ. Tο αρχικό ερώτημα όμως του τι εννοούσε ο Σαρτρ με τον όρο «ανθρωπισμός», και του γιατί θεώρησε τον υπαρξισμό μέρος της ανθρωπιστικής αντίληψης στη φιλοσοφία παραμένει αναπάντητο. Aυτού του είδους η πνευματική φυγοπονία, αν και περίτεχνα καλυμμένη από πλήθος παραθεμάτων, στερεί από τον αναγνώστη την ευκαιρία να εκτιμήσει την πρωτοτυπία της σαρτρικής προσέγγισης, αλλά και τη σημασία της κριτικής που έχει ασκηθεί στον Σαρτρ από στοχαστές που ελάχιστα σαγηνεύονται από τη δυτικοευρωπαϊκή ανθρωπιστική παράδοση.
H τάση του B-HL να αντικαθιστά την επιχειρηματολογία με τη συνεχή διατύπωση ρητορικών ερωτήσεων ή την παράθεση φράσεων χαλαρά συνδεδεμένων ίσως να πηγάζει από την αδυναμία του να κατανοήσει ότι κάθε φιλοσοφική θέση αποκτά τη σημασία της, όχι από το πόσο εύηχη είναι, αλλά από τους λόγους που τη στηρίζουν. O Levy απολαμβάνει τον συγχρωτισμό μεταφυσικών δογμάτων, πολιτικών ιδεολογιών και κοινωνικών κινημάτων, ο οποίος αλλοιώνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της φιλοσοφικής κατάθεσης στοχαστών από τον Mπεργκσόν ώς τον Nτεριντά, και που δημιουργεί μια εύπεπτη εικόνα για τη φιλοσοφική σκηνή της Γαλλίας ως κοκοραμαχίας των ηγετών διαφόρων τάσεων που έτυχε να παγιωθούν σε κάποιο «-ισμό». H αισθητική απλότητα ενός επιχειρήματος με λίγες προκείμενες και ένα συμπέρασμα δεν φαίνεται να συγκινεί το «αγαπημένο παιδί» των γαλλικών περιοδικών μόδας, το οποίο προτιμά να αφήνει αρκετές προτάσεις του χωρίς ρήμα, παρά να τολμήσει να ολοκληρώσει.
O B-HL εκφράζει ως κύριο μέλημά του να διαλευκάνει «ποια είναι η σκοτεινή και μυστηριώδης ιστορία» του σαρτρικού έργου – και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το πρόβλημα. O ίδιος Σαρτρ δεν θα ήξερε μάλλον τι να κάνει ένα τέτοιο εγχείρημα. Oπως είχε τονίσει σε διάφορες περιστάσεις: «Δεν έτρεφα ποτέ κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον εαυτό μου... Eίχα μια απώθηση για τα προσωπικά ημερολόγια, και σκεφτόμουν ότι οι άνθρωποι δεν έχουν γίνει για να κοιτούν τον εαυτό τους, αλλά για να ορίζουν το βλέμμα τους μπροστά τους, στον κόσμο».
Bernard-Henry Levy, O αιώνας του Σαρτρ: φιλοσοφική έρευνα, μτφ. T. Δημητρούλια (Scripta)
Saturday, 10 May 2008
360° Κινέζικη Σύγχρονη Τέχνη - Νέα Οράματα


Οι ακουαρέλες του Γιουν-Φέι δείχνουν τα πνεύματα των νεκρών, με πρόσωπα από πουλιά και ψάρια των ποταμών, να ανασηκώνονται από τα πλημμυρισμένα μνήματα, σ' έναν αλλόκοτο χορό διαμαρτυρίας που έρχεται να ταράξει όχι μόνο τα πολιτικά δρώμενα στην μακρυνή Ανατολή, αλλά και τον εφησυχασμό που φαίνεται να επικουρεί η ημέτερη αισθητική απόλαυση.
Saturday, 3 May 2008
Νυχτερινές σκέψεις
Άναψα το φως και, πριν αρχίσω να γράφω, ήρθε στο νου μου ένας στίχος τού Γιώργου Γεωργούση:
την πηγή που την θρέφει
Στη φράση του Γεωργούση συμπυκνώνεται ποιητικά μια άποψη που μέσα από περίπλοκους και μακροσκελείς συλλογισμούς έχει διατυπωθεί επίσης στο έργο αρκετών φιλοσόφων. Η κρυφή λογική της συνείδησης κάνει αυτό που φαινομενικά είναι το πιο προσιτό σε όλους μας -την ίδια τη σκέψη μας - να αποτελεί ταυτόχρονα ένα ανεπίλυτο μυστήριο. Όπως το έθεσε κάποτε ο Nietzsche:
Κι όμως, ο στίχος του Γεωργούση με άφηνε εν μέρει ανικανοποίητο. Θυμόμουν πως όταν διάβασα την Παλινωδία, η εντύπωση που μου είχε κάνει το ποίημα ήταν διαφορετική - κίνησε μέσα μου όχι τόσο την διάννοια, όσο την ψυχή. Έτσι αποφάσισα ν’ ανοίξω πάλι την συλλογή, όπου στη σελίδα 16 βρήκα την ορθή γραφή - αυτή που εκφράζοντας ένα πραγματικό βίωμα, μετατρέπει ένα απλό διανόημα, σε ουσία ποιητική:
Η μνήμη δεν γνωρίζει
την πληγή που την θρέφει
Wednesday, 30 April 2008
Wednesday, 16 April 2008
Γλωσσικές απορίες

Αυτό που με απασχολεί όμως δεν είναι οι όποιες αρετές μιας συγκεκριμένης γλώσσας, όσο η ανάγκη κάποιων συγγραφέων να εκφραστούν σε άλλη από την λεγόμενη ‘μητρική’ τους γλώσσα. Αναρωτιέμαι, μάλιστα, αν κάθε συστηματική προσπάθεια γραφής – με σαφές μέτρο, εννοιολλογική συνέπεια, και αφηγηματικό ρυθμό – αποτελεί μια μορφή μετάβασης σε μια άλλη από την παραδεδομένη γλώσσα της καθημερινής ομιλίας. Κι αν τελικά, ο λόγος που γράφουμε – όταν μπαίνουμε σε αυτό το απαιτητικό παιχνίδι, με τους τόσο αυστηρούς κανόνες, που λέγεται συγγραφή – το κάνουμε για να αποδώσουμε στη ζωή λίγη από την τάξη ή την αρμονία που περιέχει η λογοτεχνία. Αν, με απλά λόγια, γράφουμε για να μην τρελαθούμε.
Tuesday, 8 April 2008
Taking Pictures

Οι γυναίκες αφηγούνται καλύτερα - η ομιλία των ανδρών είναι συχνά σπασμωδική, πολύ περιεκτική για να προκαλέσει τη φαντασία, αρκετά επίπεδη για να κρατήσει το ενδιαφέρον. Δεν είναι έτσι παράλογο που όσο περισσότερες συγγραφείς δοκιμάζονται στη φόρμα της ‘σύντομης ιστορίας,’ τόσο περισσότερο κερδίζει η τέχνη του διηγήματος.
Thursday, 20 March 2008
Αέναη επιστροφή
Η αφορμή ήταν απλή. Οι συνεντεύξεις των υποψηφίων για έναν τομέα στον οποίο θεωρούμαι ειδικός, σήμαινε πως έπρεπε να επισκεφτώ για λίγο το παλιό μου γραφείο στο Bloomsbury. Το πρώτο που ένιωσα περνώντας την ξύλινη είσοδο του αστικού τριόροφου ήταν η γνώριμη ησυχία που αγκαλιάζει τα δωμάτια, επιτρέποντας στην ομιλία τού κάθε συναδέλφου να ακουστεί στο χώρο καθαρά κι αβίαστα. Μου φαίνεται ακόμη παράξενο πως στην πρωτεύουσα της Αγγλίας, αν δεν αντέχεις το θόρυβο και σου αρέσουν οι πρωινοί περίπατοι, είναι καλύτερο να μένεις σε κάποια κεντρική συνοικία του Λονδίνου. Στα δρομάκια γύρω απο τη Βρετανική Βιβλιοθήκη έχουν πληθύνει τα καφέ, και οι πρόσφατες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις - ενόψει δημοτικών εκλογών - έχουν μετατρέψει σε πεζόδρομους τις διασταυρώσεις στα μικρά πάρκα του Tavistock. Το σημείο όμως που προτιμώ βρίσκεται στην άλλη όχθη του βικτωριανού τετραγώνου: είναι η Charlotte Street, ένας δρόμος με μικρές μπυραρίες, καλά μπιστρό, πολλούς ξένους - και καθόλου τουρίστες. Στα γύρω στενά υπάρχουν ακόμη τα ‘δισκάδικα’ ενώ το μεγάλο βιβλιοπωλείο νότια της πλατείας έχει περιορίσει δραστικά τους πάγκους των ευπώλητων, επεκτείνοντας το τμήμα με τις παλιές, συλλεκτικές εκδόσεις.
Thursday, 6 March 2008
Σκέψεις για τον Γ. Σ.
1.
Ανοίγοντας σ’ένα τυχαίο σημείο τα ‘Ποιήματα’ του Σεφέρη συμβαίνει κάτι περίεργο: ξεχνάς ότι διαβάζεις και αρχίζεις ν' ακούς.
T' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,/ τη δική σου φωνή/ όχι εκείνη που σ' αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή/αυτή που σπατάλησες...
***
2.
Τα ποιητικά μας πράγματα καθορίστηκαν για μεγάλο διάστημα από μια σπασμωδική ταλάντευση ανάμεσα σε δύο άκρα: αφενός την ποιητική του ‘ιδιωτικού οράματος’, αφετέρου τις μεγαφωνικές απαγγελίες των πάνδημων εκδηλώσεων και των σχολικών εορτασμών. Ο λόγος όμως του Σεφέρη δεν υπήρξε ποτέ ούτε ‘ιδιωτικός’, ούτε ‘δημόσιος’. Ήταν πάντα λόγος προσωπικός - και γι αυτό αληθινά ερωτικός.
«Βαρέθηκα το δειλινό, πάμε στο σπίτι μας
Πάμε στο σπίτι μας ν’ανάψουμε το φως.»
***
3.
Γνώρισα τον Σεφέρη – θέλω να πω: γνώρισα τα ποιήματα του Σεφέρη – μαθητής στην Β’ Λυκείου. Τώρα, ίσως περισσότερο κι από τότε, νιώθω δίπλα του πολύ μικρός, όχι γιατί δεν μεγάλωσα, αλλά γιατί όσο κι αν βαραίνει η συνεχώς αυξανόμενη αναγνωστική εμπειρία, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ικανότητα να βιώνεις ένα ποίημα όπως θα τό θελε αυτός: και με τις πέντε αισθήσεις. Η επικεφαλίδα της πρώτης συλλογής του ήταν «ΚΟΧΥΛΙΑ, ΣΥΝΝΕΦΑ» -- αισθητικός οδηγός του δεν ήταν κανείς ευπρεπής, γερμανόφωνος διανοούμενος αλλά «ένας τρελός στα μάτια του κόσμου», ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος -- ακόμη και στα θεωρητικά του κείμενα δεν υποκρίνεται τον στοχαστή του σπουδαστηρίου - γράφει, λόγου χάρη, στην αρχή της εξαιρετικής μελέτης του για τον Καβάφη: «...μου έτυχε κάπου-κάπου, μελετώντας τον παράξενο αυτόν άνθρωπο, να ψιθυρίσω: καιρός να πάμε να πάρουμε τον αέρα μας στη θάλασσα.»
Ξέρω πως νιώθω για την ποίησή του - αλλά δεν ξέρω πως μπορεί να γράψει κανείς για τον Σεφέρη.

